Παρασκευή, 13 Φεβρουαρίου 2009

Maria...

Εχω καιρό να γράψω εδώ.... θα με έχετε ξεχάσει πιά...

Ημουνα στο Περού, σχεδόν τρείς μήνες. Σε μιά από αυτές τις "αναχωρήσεις" μου, ή καλύτερα όταν το βάζω στα πόδια... όταν ο τρόμος της μοναξιάς γίνεται αφόρητος... προς φίλους, μακρυνούς αλλά τόσο κοντινούς... Ενας τέτοιος φίλος και ο Alberto Colan, σε ένα μικρό χωριό περίπου 300 χιλιόμετρα μακρυά από την Lima, πάνω από το Shiclayo, στους πρόποδες των Ανδεων...

Εχουμε πολλά κοινά με τον Alberto... Εχει και αυτός χάσει την γυναίκα του, τη Μαρία... έχει χάσει και το μονάκριβο γυιό του, το Manolo... δώδεκα χρονών τότε...

Κάποτε θα σας πω την ιστορία του Alberto, και τη σχέση μου μαζί του... Τώρα θα σας πω ότι έχουμε και κάτι ακόμα κοινό με τον Alberto: Την αγάπη μας γιά το γράψιμο και γιά την φωτογραφία... επαγγελματίας αυτός συγγραφέας, ερασιτέχνης φωτογράφος... και εγώ το αντίστροφο...

Και ο Alberto γράφει γιά τη Μαρία... και ο Alberto από τους "τυχερούς" άτυχους... από τους λίγους τυχερούς, σαν και εμένα, που βρήκαν το άλλο τους "μισό" σε αυτό τον κόσμο... και αυτός επίσης από τους πιό άτυχους... σαν και εμένα...

Ο Alberto ονειρεύεται... ο Alberto περιμένει την ώρα που θα βρεθεί δίπλα στην αγαπημένη του Μαρία... και γράφει γιά αυτό... έχει γράψει 17 ιστορίες με την ελπίδα του... "Ιστορίες προς τη Μαρία" τις ονομάζει... μιά από αυτές θα σας διηγηθώ εδώ, και συγχωρείστε την αδέξια μετάφρασή μου...



"Φτάσαμε?" τον ρώτησα...

"Οχι" μου απάντησε, "Αφού τον ξέρεις το Λόφο, στο πλάτωμα του Anaverte είμαστε, τι ρωτάς?" και συνέχισε να βαδίζει...

Δεν θυμώμουν που με βρήκε... το κεφάλι μου βούιζε, τα πόδια μου βαριά... πού στην ευχή βρέθηκε και με περιμάζεψε;...

Φτάσαμε στο πλάτωμα... κουραστήκαμε είναι η αλήθεια... φταίει και η αφόρητη ζέστη μέσα στο καταχείμωνο, ο ήλιος να μας χτυπάει κατακέφαλα... είναι και αυτό το καταραμένο κρασί, φτηνιάρικο, λίγο σαν ξύδι... Ο Antonio επέμενε... "πιές το" μου έλεγε, "πιές το"... το ήπια γιά να μην του χαλάσω χατήρι, δυό ποτήρια κρασί μονορούφι, αηδία... το κεφάλι μου βαρύ, ασήκωτο, σαν να με τύλιγε μιά ομίχλη, μέσα στη χειμωνιάτικη λιακάδα...

Και συνεχίσαμε, μπρός αυτός, πίσω εγώ, στο χωματόδρομο, η σκόνη σύνεφο από το νοτιά... και ο ιδρώτας ποτάμι.

Κάτω φάνταζε η πόλη... τη βλέπαμε ανάμεσα στα πεύκα της πλαγιάς, οι πολυκατοικίες η μιά πάνω στην άλλη, οι αντανακλάσεςι από τις τσίγκινες στέγες, σαν καθρέφτερς... στο βάθος να αχνοφαίνεται η θάλασσα... Οχι ότι φαινόταν καλά, αλλά ξέροντας που πέφτει, νόμιζες ότι την έβλεπες. Καπνιά από το εργοστάσιο στο παλιό νταμάρι, το νέφος από τα αυτοκίνητα και τα χιλιάδες μηχανάκια, σχεδόν το μυριζες, βενζίνη ανάκατη με υγρασία και σκόνη... ακόμα και εδώ, πάνω στο λόφο.

Τη μισούσα αυτή την πόλη... τη μισούσα...

"Ελα, προχώρα, μη χαζεύεις.... θα νυχτώσουμε" άκουσα τον Antonio να μου λέει... Ξεκίνησα πάλι, ο ιδρώτας είχε κάνει μούσκεμα το πουκάμισό μου, το σακκάκι στο χέρι... Προχώρησα λίγα βήματα, δύσκολα... τα πόδια μου σχεδόν δεν με βάσταγαν... "Περίμενε ρε Antonio, τι σ' έπιασε?"... σταμάτησα... "χέστον, το μαλάκα", σκέφτηκα, "ας ανέβει μόνος του... που διάολο με τραβολογάει;..."

Γύρισε, με κοίταξε με εκείνο το άγριο βλέμμα... με το ίδιο βλέμμα που με κοίταζε, αρχηγός αυτός, όταν έκανα του κεφαλιού μου στην αλάνα... έβαλε τα χέρια στη μέση... "Ελα ρε μαλάκα, προχώρα, μας περιμένουν..." μου είπε με την τσιριχτή, θυμωμένη φωνή του... μετά, σα να μετάνοιωσε, χαμήλωσε το κεφάλι... "Με συγχωρείς... δεν ήθελα..." είπε με χαμηλή φωνή...

Δεν κουνήθηκα... "Ας έρθουν εδώ" του είπα.. "εγώ δεν αντέχω άλλο". Κάθησα σε ένα βραχάκι, στην άκρη του χωματόδρομου. Το κεφάλι μου κόντευε να σπάσει...

Ηρθε δίπλα μου... στάθηκε γιά λίγο όρθιος, κοιτάζοντας κάτω την πόλη... μετά κάθησε κατάχαμα, πάνω στη σκόνη δίπλα στο χωματόδρομο, οκλαδόν... "Κοίτα τον Antonio σκέφτηκα... "Κοίτα ευλυγισία!"... έβαλα τα γέλια. "Τι γελάς, ρε" μου πέταξε, χωρίς να σταματήσει να κοιτάζει κάτω... "Τι γελάς?"...
Ξαναγέλασα... "Με τα χάλια μας γελάω, ρε Antonio... με τα χάλια μας...". Γύρισε αργά... με κοίταξε, στην αρχή άγρια, μετά... σα να μαλάκωσε... κοίταξε κάτω, το χώμα ανάμεσα στα πόδια του... "Εχεις δίκιο" μουρμούρισε... "Χαλια... χάλια αδιόρθωτα..."

Επιασε μιά πέτρα και την πέταξε στην πλαγιά... ούτε πέντε μέτρα δεν κύλησε... σταμάτησε σε κάτι θάμνους, λίγο πιό κάτω... μιά μαύρη γάτα πετάχτηκε... μας είδε, η τρίχα της σηκώθηκε, αγρίεψε...

Μείναμε αμίλητοι γιά δυό-τρία λεπτά... ο ήλιος έκαιγε... τέτοιο καυτό ήλιο χειμωνιάτικα δεν είχα ματαδεί... Ο Antonio σηκώθηκε, τίναξε τη σκόνη από τα μπατζάκια του... αυτή δεν έφυγε... θες η υγρασία, θες δεν ξέρω τι, έμεινε εκεί... κολημένη, σα να μην την άγγιξε... "Πάει το καλό κουστούμι" του φώναξα... Που το θυμώμουν αυτό το κουστούμι; Απλωσε το χέρι... το έπιασα και με κόπο σηκώθηκα... "Ελα" μου είπε σιγά, σχεδόν τρυφερά... "Πάμε, μας περιμένουν"...

Ξεκινήσαμε πάλι προς τα επάνω... διασταυρωθήκαμε με ένα ζευγαράκι... φιλιόντουσαν, σημασία δε μας έδωσαν...προχωράγαμε τώρα ο ένας δίπλα στον άλλο... Δεν άντεξα... "Ρε Antonio, πες μου"... γύρισε και με κοίταξε... πριν προλάβω να συνεχίσω, μου απάντησε "Οχι... όχι... η Agnes δεν το ξέρει..." και μετά από ενα μικρό δισταγμό "Ούτε το παιδί. Κανείς δεν ξέρει ότι γύρισα..." ψυθύρισε... και χαμήλωσε το κεφάλι... "Κατι τέτοιες στιγμές, χάιρομαι που είμαι μαγκούφης" του είπα γελώντας... "Δεν έχω να δώσω λογαριασμό σε κανένα... ΣΕ ΚΑΝΕΝΑ, με ακούς?" του φώναξα. Το βουητό στο κεφάλι μου όλο και μεγάλωνε... ο πόνος αφόρητος... Χαμογέλασε... "Εχεις", μου είπε... "Θα δεις... όταν φτάσουμε..." Εβαλα πάλι τα γέλια... "Τι θα δω, ρε Antonio, τι θα δω..." του φώναξα, "οι δικοί μου πάνε από χρόνια... η Μαρία πρώτη, ο Manolito μετά... τα ξέχασες, δεν πέρασε και τόσος καιρός, γαμώτο..." Μου ήρθαν δάκρυα, βούρκωσα, σα να με πήρε το παράπονο... όλα τα χρόνια της μοναξιάς σαν να πέρασαν μπροστά από τα μάτια μου... το άδειο σπίτι... τα κλειστά δωμάτια... είχα να μπώ στο δωμάτιο του Manolito από εκείνη τη μέρα...

Και μετά, σιγά σιγά... άρχισα να θυμάμαι... σαν κάποιο σύνεφο που σκέπαζε το μυαλό μου να έφευγε... όχι, σαν να αραίωνε, σαν από κάποια ανοίγματα να μπορούσα να δω... ο ιδρώτας στην πλάτη μου φάνταζε τώρα κρύος... ο ήλιος, λαμπερός πάντα, δεν έκαιγε πιά... σα να γύρισαν πίσω σκέψεις... μνήμες που είχαν αποδιωχθεί... "Ρε Antonio"... "ρε Antonio... και εσύ;" ψυθίρυσα ..."και εσύ... που βρέθηκες εδώ κάτω;... Εσύ... είναι τώρα τέσσερα χρόνια που..." Με σταμάτησε, εβαλε το δάχτυλο στο στόμα... μου έδειχνε να σωπάσω... "Ελα..." μου είπε σιγά, σχεδόν γλυκά "ηρέμησε... μας περιμένουν όλοι εκεί..."

Φτάσαμε...

Η κορυφή του λόφου, τα κεραμίδια του παλιού μοναστηριού φάνηκαν πρώτα, τα παράθυρα του πρώτου ορόφου μετά... και όσο ανεβαίναμε... άρχισε να φαίνεται η μάντρα του μοναστηριού... το στέγαστρο της εισόδου... και μετά η βαρειά ξύλινη δίφυλλη πόρτα. Και εκεί... μπροστά της... η Μαρία... δίπλα της ο Manolito, ο μονάκριβός μου... πίσω τους η μητέρα μου... Σταμάτησα, δεν μπορούσα να κάνω βήμα, πάγωσα.... Γύρισα στον Antonio... με κοίταξε χαμογελώντας, τα μάτια του γλυκά, όπως ποτέ δεν τα είχα δει μέχι τότε... "Μη φοβάσαι..." μου είπε... "Εγινε... αυτό ήταν... πήγαινε κοντά τους... Σε περιμένουν δυό μέρες τώρα..." Γύρισα, τον κόιταξα στα μάτια... είχε βουρκώσει... "Ναι..." μου απάντησε, στην ερώτηση που δεν είχα προλάβει να του κάνω "Ναι... γιά σενα γύρισα... τι φίλος θα ήμουνα αν..." δεν συνέχισε, γύρισε το πρόσωπό του, τον είχαν πάρει τα δάκρυα...

Γύρισα... οι δικοί μου μου χαμογελούσαν... ξεκίνησα να βαδίζω προς το μέρος τους... Κοίταξα κάτω... η πόλη είχε αρχίσει να χάνεται... το νέφος σχεδόν τη σκέπαζε.. Ολα χάνονταν όσο προχωρούσα... το μοναστήρι, η μάντρα, η είδοδος... Προχώρησα... η Μαρία μου άπλωνε τα χέρια... ο Manolito με ξανακοίταζε με εκείνο το βλέμα που κάθε βράδυ γυρνούσε στον ύπνο μου...

Ναι... η μοναξιά μου είχε πιά τελειώσει... ήμουν πάλι με τους δικούς μου...

Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2008

Q for Queen... δυό μήνες στη Rwanda.

Προσπαθώ σήμερα, αυτό το μελαγχολικό χειμωνιάτικο σούρουπο που γράφω αυτές τις γραμμές, με την Q τόσο μακρυά, τόσο απρόσιτη πιά, να ξανανοιώσω τα τόσα διαφορετικά συναισθήματα που με πλημμύρισαν σε εκείνο το απότομο πρωινό ξύπνημα από τους μακρυνούς πυροβολισμούς... εκεί, στο Hotel des Milles Collines, το γνωστό πιά από το αντίστοιχο κινηματογραφικό έργο Hotel Rwanda... μετά τη συνάντηση που με συγκλόνισε συνθέμελα, μετά από εκείνο το βράδυ που άλλαξε όχι μόνο τη ζωή μου, αλλά και τον τρόπο που βλέπω τη ζωή από τότε... εκείνο το ένα, μοναδικό βραδυ... όπως ήδη το έχω διηγηθεί...

Προσπαθώ να τα ξανανοιώσω... μιά άσκηση του μυαλού και της καρδιάς που έχω κάνει χιλιάδες φορές από τότε... η μαγεία της νύχτας που μόλις είχε τελειώσει... το βάρος στα βλέφαρα, η θολούρα στο μυαλό από τις δύο τρεις ώρες ύπνου... η εικόνα της Q δίπλα μου... η πρώτη από τις εκατοντάδες εικόνες της Q ξαπλωμένης στο κρεββάτι δίπλα μου... μαύρα στιλπνά μαλλιά απλωμένα στο μαξιλάρι... ο γυμνός ώμος έξω από τα σκεπάσματα... το μακρύ, αγαπημένο κορμί να διαγράφεται κάτω απ' το σεντόνι... και πάντα, το ένα πόδι έξω, από το γόνατο, λυγισμένο... και πάνω απ' όλα, κυρίαρχο, αυτό το πρωτόγνωρο αίσθημα της πληρότητας... όχι ερωτικής... μιάς υπαρξιακής πληρότητας που πήγαζε από την βεβαιότητα ότι πιά δεν ήμουν μόνος... ότι είχα βρεί αυτό το θεικό "μισό" μου... αυτό που ο θεός απέσπασε από το πλευρό μου τη στιγμή της δημιουργίας και μου το ξαναχάρησε ατόφιο, πανέμορφο, με τη μορφή και το σχήμα αυτής της άγνωστης γυναίκας εκείνο το βράδυ, σ' αυτό το μακρυνό ξενοδοχείο, σ' ετούτο τον κόσμο...

Η ζωή, αμείλικτη, χωρίς παραχωρήσεις, χωρίς χατήρια στους ερωτευμένους, συνεχίστηκε με μιά πρωτόγνωρη ένταση.... το πρωινό εκείνο είχε αρχίσει η μεγάλη σφαγή...

Χωρίσαμε απότομα, μέσα στο χάος που επικράτησε από την πρώτη στιγμή στο ξενοδοχείο, μόλις που προλάβαμε να ανταλλάξουμε τηλέφωνα... η Q έφυγε σχεδόν τρέχοντας να προλάβει τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα γιά το Κονγκό, εγώ βυθίστηκα αμέσως στη δίνη της γενοκτονίας που μόλις είχε ξεκινήσει και που τότε δεν φανταζόμουν το συγκλονιστικό της μέγεθος... το πρακτορείο διψασμένο γιά υλικό... ο ανθρώπινος πόνος, το ανθρώπινο μαρτύριο πουλάει πάντα...

Εμεινα στη Rwanda πάνω από δύο μήνες, σε μιά ξέφρενη και επικίνδυνη πορεία... δεν πέρασε μέρα, δεν πέρασε νύχτα που να μην την αναζήτησα... ήταν εκεί, στα χαλάσματα... στα άδεια σπίτια, στους χωμάτινους δρόμους... την έβλεπα να χάνεται πίσω από γωνίες κτιρίων, ανάμεσα στα δέντρα... ήταν μέσα σε όλα τα πλάνα της μηχανής... και τις νύχτες, τις βασανιστικές νύχτες μου ήταν εκεί... δίπλα μου... αόρατη, άυλη, διάφανη... αλλά δίπλα μου... ξύπναγα και νόμιζα ότι άκουγα την αναπνοή της, μύριζα το άρωμά της... ήταν εκεί.

Οι μέρες περνούσαν στην κολασμένη Rwanda, το παιγνίδι, το καθημερινό κρυφτό με το θάνατο συνεχιζόταν, τα films που αποτύπωναν την μεγαλύτερη μέχρι τότε σφαγή που είχα παρακολουθήσει σωρρεύονταν, ο αγώνας γιά να αποτυπωθεί η "στιγμή" συνεχής... το μυαλό σταματάει να δουλεύει, το ένστικτο κυριαρχεί, η αυτοσυντήρηση δεν αφήνει άλλες σκέψεις και άλλα συναισθήματα τις ώρες που στο δρόμο, στα χαλάσματα, στις άδειες αυλές προσπαθούσα να καταγράψω τη φρίκη... μόνο εκείνη ήταν πάντα εκεί... μόνο η Q με συνόδευε στους δρόμους του θανάτου... την έβλεπα με τα τεράστια μάτια της ορθάνοιχτα, να παρακολουθεί τις κινήσεις μου, να μοιράζεται το φόβο μου, να σπαράζει στο αντίκρυσμα των σφαγμένων παιδιών, των σκόρπιων πτωμάτων... να αντιδρά όπως θα αντιδρούσε κάθε ψυχή που δεν είχε σκληρύνει από τα θεάματα της φρίκης... σαν να έβλεπα ζωντανή δίπλα μου την ίδια τη συνείδησή μου, το εαυτό μου πρίν τα αρχικά DGI- Dont Get Involved - χαραχθούν μέσα μου και γίνουν ένα με την ύπαρξή μου...

Ταυτόχρονα... τα βράδυα, όταν μαζευόμασταν στο ξενοδοχείο της αποστολής, όταν πιά βγάζαμε από επάνω μας τα ρούχα και την φρίκη της ημέρας, όταν ξεπλέναμε στο douche τον ιδρώτα και τις πρόσφατες μνήμες , όταν καταλαγιάζαμε στο Bar με ένα ποτό στο χέρι... αναρωτιώμουν αν η Q ήταν πραγματική, αν όσα ζήσαμε εκείνο το βράδυ έγιναν πραγματικά, αν δεν ήταν δημιούργημα της φαντασίας μου, δημιούργημα μιάς εσωτερικής ανάγκης... μόνο όταν έφτανε στο bar o Dominique... τεράστιος, φωνακλάς... όταν ερχόταν δίπλα μου και με χτύπαγε στην πλάτη λέγοντάς μου, σε συνομωτικό ύφος "τυχερέ Greco!", κλείνοντάς μου το μάτι, τότε καταλάβαινα ότι αυτό που έζησα ήταν αληθινό... και τότε η κορύφωση της νοσταλγίας γιά μιά γυναίκα που την γνώρισα πριν κάποιες μέρες και την ήξερα πολύ πριν γεννηθώ... γιά τις μαγικές στιγμές εκείνης της μοναδικής νύχτας... τότε και ο φόβος... ο φόβος της πραγματικότητας, ο φόβος μήπως τα δικά μου συναισθήματα, οι δικές μου μνήμες, οι δικές μου ασφυκτικές ανάγκες δεν ήταν και δικές της...

Καπου κάπου,όταν το ποτό χαλάρωνε τις σκέψεις, όταν το περιβάλλον χανόταν σε ένα συνεχές και ακατανόητο βούισμα, όταν οι γύρω μορφές θόλωναν μέσα στους καπνούς των τσιγάρων και στους ατμούς του οινοπνέυματος... τότε αναρωτιώμουν πάλι, πως εγώ, που είχα ζήσει μιά ζωή γεμάτη συγκινήσεις... που η αγάπη των γυναικών δεν μου έλλειψε ούτε στις πιό δύσκολες αποστολές... πως ήταν δυνατόν να χάσω το νου μου σε μιά σχέση μιάς νύχτας... έφερνα στο μυαλό μου τις άλλες... από μανεκέν του Dior μέχρι μελαμψές ιθαγενείς... γυναίκες από όλες τις φυλές... μορφές, μάτια. σώματα, σκηνές, συναισθήματα, στιγμές... σχέσεις της μιά μέρας και σχέσεις χρόνων... ακόμα και την πολύτιμη πρώτη μου αγάπη... όλες, μα όλες φάνταζαν πιά σαν οπτασίες ενός κόσμου που δεν είχα ζήσει... ενός κόσμου στον οποίο το σώμα μου ήταν εκεί αλλά η ψυχή μου δεν έπαυε στιγμή να ψάχνει... ενός κόσμου λειψού, που πάντα περίμενε εκείνη, πάντα γνώριζε ότι κάποια στιγμή, κάποτε... κάπου θα εμφανιζόταν η Q... όχι άλλη, όχι κάποια εξειδανικευμένη, φανταστική γυναίκα, αλλά αυτή... η Q... έτσι ακριβώς όπως την αντίκρυσα εκείνο το βράδυ στο bar του Hotel des Milles Collines...

Κι' ύστερα, αφού το αλκοολ είχε κάνει τη δουλειά του, αφού πιά όλα γίνονταν θολά στο μυαλό μου, γύριζα στο δωμάτιο ...ο ύπνος μου ταραγμένος, τα άγχη της μέρας στοίχειωναν τα όνειρά μου, οι τύψεις... σπρωγμένες στο βάθος του υποσυνείδητου... καλά κρυμμένες τη μέρα από το κυρίαρχο αίσθημα της αυτοσυντήρησης, αναδύονταν αμείλικτες τη νύχτα... όχι, δεν ερχόταν η Q στον ύπνο μου... μόνο όταν ξύπναγα, μόνο όταν άνοιγα δειλά τα μάτια μου, όταν το ποτό είχε πιά πάρει το δρόμο του... μόνο τότε ήταν εκεί... δίπλα μου...

Ηταν έντονα όλα τότε στη Rwanda...η καθημερινή μας ζωή στο χείλος της αβύσσου, λουσμένη στο φόβο και το άγχος... τα συναισθήματα τις ελάχιστες ώρες της τεχνητής ηρεμίας... και περισσότερο από όλα η νοσταλγία, δεμένη με την αμφιβολία έχτιζαν μέσα μου το κυρίαρχο συναίσθημα γιά την Q... κάτι ανάμεσα σε έναν απροσδιόριστο φόβο... σε μιά αγωνία που δεν μπορούσε να εκφραστεί, να μοιραστεί με κανέναν άλλο... που με έτρωγε, που μεγάλωνε καθημερινά...

Από εκεί και οι προσπάθειες επικοινωνίας... οι μάταιες, απελπισμένες προσπάθειες... η κοπέλλα που σήκωνε τα τηλέφωνα στα γραφεία των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στη Ρώμη με ήξερε πιά με το μικρό μου όνομα... το αποτέλεσμα μηδενικό... δεν ήξερε που βρίσκονταν, κάπου στο Κονγκό σίγουρα... "δεν μπορώ να κάνω τίποτα, λυπάμαι.... ναι, αν επικοινωνήσει θα το διαβιβάσω... μην ανησυχείτε.." ...και σπάνια "Μίλησα μαζί τους, είναι καλά, ταξειδεύουν προς... ναι, θα σας τηλεφωνήσει μόλις βρει τηλέφωνο... αλήθεια, λυπάμαι..." ...μόνο που δεν μου έφτανε... μιά παροδική ανακούφιση... είναι καλά, αλλά εγώ ήθελα να την ακούσω, να μιλήσω μαζί της, να με διαβεβαιώσει.... και αν όχι, αν η διαβεβαίωση δεν ερχότα με λόγια, θα καταλάβαινα, από τη φωνή, από τις λέξεις που θα χρησιμοποιούσε... θα αρπαζόμουν από κάτι γιά να ελφρύνω την αγωνία... ναι, έτσι πίστευα, μόνο που... όταν χτυπούσε το τηλέφωνο στο δωμάτιο, οταν με καλούσε ο barman με το χέρι στο ακουστικό... τότε ευχόμουν να είναι εκείνη, και ταυτόχρονα φοβόμουν μήπως πράγματι ηταν η Q στο τηλέφωνο... και όταν η φωνή του Bob ή της Lisette από το πρακτορείο με ρώταγε αν είμαι καλά... η απογοητευση, η θλίψη... και μαζί μιά περίεργη ανακούφιση γέμιζαν το στήθος μου....

Και μόνο μιά φορά, γυρίζοντας το απόγευμα με το jeep από ένα διπλανό χωριό, ο receptionist με πληροφόρησε ότι η Q είχε τηλεφωνήσει.... Ηταν εκείνη; Πως ακουγόταν; Τι ακριβώς είπε; ...ερωτήσεις ξανά και ξανά, μήπως και κάτι, οτιδήποτε μου δώσει να καταλάβω, να ελπίσω....


Γύρισα στο Παρίσι με πτήση της Swissair... ράκος, όχι τόσο σωματικά, αλλά κυρίως ψυχολογικά.... τα όσα είχαν δει τα μάτια μου αυτούς τους δύο μήνες γέμιζαν εκατοντάδες ζωές φυσιολογικών ανθρώπων με την αντίστοιχη βία... και πάλι, μέτραγα τις ώρες, τα λεπτά μέχρι την προσγείωση... ανυπομονούσα να βρεθώ σε μέρος από όπου το απλό τηλεφώνημα δεν θα φάνταζε μυθικό κατόρθωμα...

Θα την έβρισκα, ακόμα και αν χρειαζόταν να ταξειδέψω στο Κονγκό... ή σε όποιο μέρος του κόσμου, θα την έβρισκα... θα μάθαινα... θα καταλάβαινα...

Κυριακή, 09 Νοεμβρίου 2008

Arban...

Κάποιοι με ρώτησαν γιατί σταμάτησα να γράφω... άλλοι με καλωσόρισαν που γύρισα...

Ελειπα ταξείδι... είχα πάει να επισκεφθώ έναν από του καλύτερους φίλους μου... τον Arban...

Μη με ρωτήσετε που ζει ο Aρban, σε ποιά χώρα... δεν έχει σημασία, ο Arban είναι ψαράς και αγρότης, πάτερ φαμίλιας μιάς οικογένειας με δεκατρια παιδιά... το μικρότερο εννέα μηνών, το μεγαλύτερο γύρω στα δεκαεννιά.

Ο Arban ζει σε ένα σύμπλεγμα τριών καλυβιών, ενωμένων με δυό μικρούς σκεπαστούς αλλά υπαίθριους διαδρόμους... τα καλύβια φτιαγμένα από άχυρα και λάσπη, το πάτωμα από πατημένο χώμα... κάθε χειμώνα οι καταρρακτώδεις βροχές ρίχνουν κάποιο από αυτά, και ο Arban το ξαναστείνει... ο Arban ξυπνάει κάθε μέρα γύρω στις τέσσερεις το πρωί, μεγειρεύει ο ίδιος ένα χυλό από σιτάρι ανακατεμένο με λειωμένα ρεβύθια -είναι το "πρωινό" της οικογένειας- ...προσπαθεί να μήν ξυπνήσει τη γυναίκα του την Amin ούτε τα μικρά του παιδιά... μαγειρεύει σε μιά πέτρινη "εστία", έξω στην αυλή του, χειμώνα καλοκαίρι...

Οταν τελειώσει το πρωινό, ξυπνάει τα μεγαλύτερα από τα αρσενικά παιδιά του και ξεκινούν... ανεβαίνουν το μονοπάτι του λόφου που τους χωρίζει απ' το ποτάμι, στέκονται στην κορυφή, και περιμένουν τον ήλιο να βγεί πάνω από τα δέντρα του δάσους... αν δεν δουν την ανατολή, αν η μέρα δεν ξεκινήσει μπροστά στα μάτια τους, δεν προχωρούν. Οχι, δεν είναι ειδωλολάτρες, χριστιανοί είναι... αλλά "ο ήλιος μας κρατάει στη ζωή, ο θεός μόνο μας τη δίνει και μας την παίρνει" -Sun keeps, God gives and takes- όπως λέει και ο Arban με τα σπασμένα αγγλικά του...

Και αφού το καθημερινό τελετουργικό συμπληρωθει, ξεκινούν... πρώτα γιά ψάρεμα στο ποτάμι, και στη συνέχεια στα χωράφια... βόδι δεν έχει, είναι ακριβό, και έτσι οργώνει το χωράφι ζεύοντας τον εαυτό του και δυό από τα παιδιά του... φυτεύει ότι μπορεί να βρεί, ότι του ζητάει ο "έμπορος" που αγοράζει τη σοδειά του, και ότι χρειάζεται η οικογένεια γιά να ζήσει... η σοδειά "κρύβεται" σε ένα υπόγειο, σκαμμένο κάτω από την κεντρική καλύβα, σκεπασμένο με άχυρα...

Το ξέρω καλά αυτό το υπόγειο...

Εχω ζήσει εκεί, σε ένα πιό "κρυφό" υπόγειο σκαμμένο κάτω από το πρώτο γιά χάρη μου, όχι πολύ μεγαλύτερο από τάφο, τρείς ολόκληρους μήνες, βγαίνοντας μόνο τα βράδυα... βλέπετε, ο φίλος μου ο Arban με έκρυψε εκεί, όταν με μάζεψε, σχεδόν πεθαμένο από τις όχθες του ποταμού, όπου με είχαν πετάξει, περνώντας με γιά νεκρό, οι "μαχητές της ελευθερίας"... με μάζεψε χωρίς να σκεφτεί τις συνέπειες... τότε, γιά όποιον έκρυβε δυτικό "ιμπεριαλιστή", η ποινή ήταν μιά: Σκότωναν την γυναίκα του και τα μεγαλύτερα παιδιά του, μπροστά στα μάτια του, αφού πρώτα βίαζαν ομαδικά την γυναίκα και τις κόρες και τους έκοβαν τα στήθη (δεν ξέρω γιατί αυτή η "τιμωρία" της γυναίκας είναι τόσο διαδεδομένη σε όλο τον κόσμο), και στη συνέχεια έγδερναν τον ίδιο και τον έστηναν ψηλά... παλουκωμένο, σαν παράδειγμα γιά τους άλλους...

Με φρόντισαν, αυτός, η Amin και τα παιδιά... σκέπασαν τις πληγές μου με λάσπη απ' το ποτάμι και ιαματικά βότανα, έβαλαν σε νάρθηκα το σπασμένο μου χέρι, μέρες και νύχτες κάθισαν από πάνω μου σφουγγίζοντας τον ιδρώτα και δροσίζοντας το μέτωπό μου που έκαιγε από τον πυρετό... με "έθαψαν" στο κρυφό υπόγειο τρείς φορές, όταν οι "μαχητές της ελευθερίας" πέρασαν από την περιοχή, με τάιζαν σούπα από τα ψάρια που ψάρευαν, στερώντας την από τα μικρά τους... και τα βράδυα, γύρω απ' τη φωτιά, όταν ο κίνδυνος ήταν μακρυά, καθόμασταν με τον Arban να παίζει με το φλάουτο φτιαγμένο από καλάμι του ποταμού τις μακρόσυρτες, νωχελικές μελωδίες της φυλής τους...

Και όταν πιά συνήλθα και δυνάμωσα, ο Arban ταξείδεψε γύρω στα σαράντα μίλια με την μικρή του βάρκα, γιά να βρεθεί σε μέρος από όπου ειδοποίησε τον Ερυθρό Σταυρό να έλθει να με παραλάβει...

Ο Arban είναι φίλος μου... μιλάει σπασμένα αγγλικά -υπόλειμμα της αποικιοκρατείας... δεν μιλησαμε πολύ με τον Arban, δεν αναλύσαμε κινηματογραφικές ταινίες... δεν τα ήπιαμε στα μπαράκια... δεν βρεθήκαμε γιά εσπρέσσο στα μπιστρό... δεν πήγαμε θέατρο, ούτε σινεμά μαζί... δεν αναλύσαμε την παγκόσμια κατάσταση... δεν φιλοσοφήσαμε... ο Arban δεν θα μάθει ποτέ ότι ο Ομπάμα έγινε Προεδρος των ΗΠΑ... δεν ξέρει γιά την οικονομική κρίση... δεν διάβασε Σαίξπηρ, Σαρτρ, Καμύ... δεν άκουσε ποτέ την Κάλας, rock, jazz... μόνο το φλάουτο απ΄τα καλάμια του ποταμού...

Δεν κάναμε τίποτα με τον Arban από αυτά που κάνουμε με τους φίλους μας... ναι, έχω φίλους με τους οποίους συζητώ, φίλους που τρώμε στο σπίτι τους τα βράδυα με τα κεριά στο τραπέζι, φίλους που μοιράζομαι τις πνευματικές "τροφές" του πολιτισμού... φίλους που με "καταλαβαίνουν" αλλά δεν με νοιώθουν... που με "κατανοούν" αλλά δεν με σώζουν, που δεν σκάβουν λάκκους γιά με με κρύψουν... φίλους με τους οποίους μοιράστηκα πραγματική τροφή, όχι πνευματική... φίλους που δεν σκέφτηκαν την τιμωρία όταν με έμπαζαν σπίτι τους, που δεν κινδύνεψαν ποτέ γιά χάρη μου, που δεν στέρησαν το φαγητό των παιδιών τους γιά εμένα... τέτοιους φίλους δεν έχω... μόνο ελάχιστους, όχι στο Παρίσι, ούτε στην Αθήνα ή στη Νέα Υόρκη... όχι... μόνο κάποιους σαν τον Arban...

Επισκέπτομαι τον φίλο μου τον Arban κάθε χρόνο... το ταξείδι είναι μεγάλο... και όταν με βλέπουν να έρχομαι από κακρυά, όταν κατηφορίζω πιά το λοφάκι απέναντι απ' τις καλύβες του, πρώτα ακούγονται φωνές χαράς, και μετά ένα τσούρμο παιδόπουλα συναγωνίζονται ποιό θα φτάσει πρώτο κοντά μου, ποιό θα κρεμαστεί απ' το λαιμό μου, απ' τα χέρια μου... και όταν φτάνω πιά στις καλύβες, με τα παιδιά σαν τσαμπιά κρεμασμένα επάνω μου, συναντώ τον φίλο μου στο κατώφλι, πάντα δακρυσμένο...

Καθόμαστε το βράδυ δίπλα στη φωτιά... τώρα πιά οι "μαχητές της ελευθερίας" νίκησαν... εξελίχθηκαν με τον καιρό και αυτοί σε καλούς καπιταλιστές, κίνδυνος δεν υπάρχει... και μιλάμε γιά τα όσα έγιναν τον περασμένο χρόνο... γιά τη σοδειά του, τα ψάρια που έπιασε, τα παιδιά που έφυγαν, γιά το βόδι που θα αγοράσει -ναι, τώρα πιά μπορεί να έχει βόδι να οργώνει... η Amin πέθανε πέρυσι, μου μιλά γιά την νέα γυναίκα του... πάλι έγκυος... γιά τις βροχές του χειμώνα... μιλάει γιά τα σπουδαία του και τα σημαντικά του...

...και κάποια στιγμή, βγάζει το φλάουτο, και αφού το καθαρίσει, αρχίσει να με μαγεύει...

Εκεί, μέσα στο σκοτάδι, δίπλα στις αχυρένιες καλύβες, με τα προσωπάκια των παιδιών να φωτίζονται απ' τη φωτιά... εκεί καταλαβαίνω γιατί δεν χρειάζεται να ξέρω γιά το ποιός εκλέχτηκε Προεδρος των ΗΠΑ, γιατί μπορώ να ζήσω και χωρίς Σαίξπηρ, τον Καμύ και τον Σαρτρ, γιατί βαριέμαι πιά και το θέατρο και το σινεμά... γιατί οι φίλοι πίσω στο Παρίσι, στην Αθήνα, στην Νέα Υόρκη μου φαίνονται ξεθωριασμένοι, αχνοί... σαν περιγράμματα... γιατί οι ρυθμοί των μεγαλουπόλεων μου είναι αφόρητοι... γιατί κάθε πρωί σηκώνομαι και νοσταλγώ τον ήλιο του Arban, γιατί προσεύχομαι πιά σ' αυτόν και όχι στο άσπλαχνο θεό "who only gives and takes"- πόσο καλά το έχω εγώ μάθει πιά αυτό- γιατί η μελαγχολία του σούρουπου έρχεται όταν ο ήλιος του Arban χάνεται... όταν το σκοτάδι του θεού βρισκει την ευκαιρία να τον αντικαταστήσει...

Και γιατί, τέλος, τα σπουδαία και τα σημαντικά του Arban γίνονται, κάθε χρόνο, όλο και πιό σπουδαία... όλο και πιό σημαντικά...

Πέμπτη, 06 Νοεμβρίου 2008

Publish...

Σούρουπο... κοίταζα έξω από το παράθυρό μου το μελαγχολικό φθινοπωρινό Παρίσι... παρασυρμένος από σκέψεις, από μνήμες μελλοντικές και προηγούμενες...

Μελαγχολικό το φθινόπωρο, μελαγχολικός και εγώ... ή αντίστροφα, δεν ξέρω... το φθινόπωρο έχει την δική του επίδραση σε όλους τους ανθρώπους, ιδιαίτερα σε αυτούς που η ζωή τους δεν ακολούθησε την πορεία που θα ήθελαν, σε αυτούς που πάλεψαν και έχασαν, σε αυτούς που δεν πάλεψαν και αφέθηκαν.... στους ηττημένους αυτού του κόσμου, αγωνιστές ή όχι- τι σημασία έχει... σε αυτούς που ο πόνος κρύβεται στις πτυχές του νού και της ψυχής, περιμένοντας το έναυσμα, την αφορμή, εκείνο το ελάχιστο που θα ξυπνήσει τις κρυμμένες- όχι ξεχασμένες, όχι...- αναμνήσεις, και που αυτές, με τη σειρά τους, θα ξεκλειδώσουν τις πόρτες του μυαλού που κρύβουν όσα δεν πρέπει να βγούν στην επιφάνεια... θα τα αφήσουν ελεύθερα, σιγά σιγά, ένα ένα... να ξεχυθούν και να κυριεύσουν νου και καρδιά... να γεμίσουν την ψυχή με εκείνη την μοναδική, την γλυκόπικρη βασανιστική αίσθηση που κυριαρχεί επάνω σε οτιδήποτε άλλο, σε σκέψεις, αισθήσεις... μελαγχολία είναι ο πρόδρομος, ο προπομπός αυτής της πλημμύρας, η παλίρροια που φουσκώνει μέσα μου γεννημένη απ' τα μακρυνά κύματα της θύελλας που έρχεται... η ελπίδα που σβύνει... η γνώση πως, τελικά, η ελπίδα θα νικηθεί, θα σβύσει...

Φεύγω απ΄το παράθυρο, γυρίζω στο ημίφως του δωματίου... κάθομαι στο μικρό γραφείο δίπλα στην βιβλιοθήκη, ανοίγω τον υπολογιστή....

Θέλω να γράψω αυτά που αισθάνομαι... να τα γράψω και να τα μοιραστώ με όλους τους άγνωστους του πλανήτη, με αυτούς όλους που δεν θα γνωρίσω ποτέ μου, που δεν θα τους μιλήσω και δεν θα μου μιλήσουν, που βρίσκονται εδώ δίπλα, σε άλλη πόλη, σε άλλη χώρα... μακρυά... ξέρω τον αριθμό τους, ξέρω πόσοι κάθισαν να διαβάσουν τις σκέψεις μου... λίγα δευτερόλεπτα, λίγα λεπτά, δεν έχει σημασία... θα τις κρατήσουν μέσα τους ή θα τις διώξουν αμέσως, το ξέρω... αλλά κάποιοι, κάποιοι ελάχιστοι θα μοιραστούν με εμένα τις δικές μου σκέψεις, τα δικά μου προβλήματα, τον δικό μου πόνο... την σημερινή μου μελαγχολία... η φυσική παρουσία τους δεν παίζει ρόλο, η γνώση της συμμετοχής, έστω και ελάχιστης, η αίσθηση του άλλου που με ακούει είναι το βάλσαμο... πατάω το πλήκτρο "publish" και ξέρω ότι σε λίγα λεπτά δεν θα είμαι πιά μόνος... στέλνω τον εαυτό μου σε εσάς, γιατί, αν οι σκέψεις μου, τα αισθήματά μου, ο πόνος μου δεν είναι ο εαυτός μου, τότε, αλήθεια, τι είναι;

Μου λείπει ο διάλογος; Οχι... δεν απαιτώ απαντήσεις... σχόλια... δεν χρειάζεται να εξηγήσω, να απολογηθώ... μιλάω ελεύθερα, λέω την αλήθεια μου γυμνή, χωρίς φτιασίδια, ακριβώς γι' αυτό... είμαι ελεύθερος να εξομολογηθώ χωρίς συνέπειες, δεν με κοιτάτε περίεργα, δεν είμαι υποχρεωμένος να απολογηθώ απέναντι στην όποια κοινωνική συνθήκη... μπορώ να κλάψω, να γελάσω... να μιλήσω... και κάποιοι με ακούν χωρίς να με κρίνουν... πόσο διαφορετικό από το να βρίσκομαι στον πληρωμένο με την ώρα καναπέ του ψυχαναλυτή... πόσο απλό να μιλήσω μεσάνυχτα, στις τρείς τα ξημερώματα, όταν και όποτε η μελαγχολία μου με κυριεύει, όταν οι σκέψεις μου, οι αναμνήσεις μου... ο πόνος μου ζητάει διέξοδο.... όταν εγώ έχω ανάγκη να μοιραστώ - και όταν "μοιράζω" τον πόνο μου σε κάθε έναν από εσάς, έχω την αίσθηση ότι "πήρατε" πραγματικά αυτό που μοιράστηκα μαζί σας... ο καθένα σας ένα μικρό ανώδυνο για αυτόν κομμάτι που φεύγει από εμένα... ναι, το αισθάνομαι να φεύγουν τα κομμάτια του εαυτού μου... σαν μηνύματα προς όλους σας, τη στιγμή που πατάω το πλήκτρο "publish...

Οχι... δεν απαιτώ απαντήσεις... όταν όμως κάποιος μπεί στον κόπο να γράψει κάτι... οτιδήποτε... τότε αισθάνομαι οτι αυτός μου σφίγγει το χέρι, μου λέει "σε άκουσα"... "είμαι εδώ"... και τελικά "πήρα το μήνυμα που μου έστειλες"... το μικρό κομμάτι του εαυτού μου που έστειλα με άγνωστο προορισμό μέσα απ' το κανάλι του κυβερνοχώρου έφτασε δίπλα του, στάθηκε κοντά του, και αυτός δεν το άφησε απλά να περάσει...

Publish... η ανάρτηση δημοσιεύτηκε... θα κοιτάξω τη νέα σελίδα μου γιά αρκετή ώρα, ξέροντας ότι σε λίγο, κάποια στιγμή, κάποιο πρόσωπο... κάπου στον κόσμο, θα φωτιστεί από την ίδια ανταύγεια που τώρα, μέσα στο σούρουπο του καθιστικού μου φωτίζει και το δικό μου πρόσωπο... την ανταύγεια της δικής μου ιστοσελίδας, των δικών μου σκέψεων, του δικού μου πόνου... την ανταύγεια του εαυτού μου...

Σε λίγο θα πάψω να είμαι μόνος...

Το Παρίσι, έξω απ' το παράθυρό μου, φαντάζει λιγότερο μελαγχολικό... τα φανάρια άναψαν στους δρόμους, τα περιγράμματα των ανθρώπων γεμίζουν πάλι... η ομίχλη λιγοστεύει και εκεί, έξω... και μέσα μου... η ελπίδα ξανάρχεται...

Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2008

Αναμνήσεις από το μέλλον...

Είναι πολλές οι φορές, ιδιαίτερα κάποια μελαγχολικά φθινοπωρινά βράδυα, την ώρα που το φως της ημέρας λιγοστεύει, τότε που οι φιγούρες στους δρόμους φαίνονται σαν περίγραμα γεμισμένο με το γκρίζο της νύχτας που έρχεται, που σιγά σιγά ξεθωριάζουν σαν να χρειάζονται πιά το ηλεκτρικό φως των φανοστατών γιά να ξεχωρίσουν μεταξύ τους... τότε, κοιτάζοντας απ' το παράθυρο του διαμερίσματός μου, χωρίς να έχω ανάψει τα φώτα... με τα χέρια στις τσέπες μπροστά στο δίφυλλο παράθυρο... με το χνώτο μου να θαμπώνει το τζάμι, να κάνει την εικόνα του σούρουπου να φλουτάρει ακόμα περισσότερο... τότε θυμάμαι το μέλλον... ένα μέλλον που δεν θα έπρεπε να έρθει ποτέ, που όμως είναι εκεί, σαν να με περιμένει να το επισκεφθώ...

Ενα μέλλον που δεν εκπορεύεται από το ανούσιο παρόν μου, αλλά το παρακάμπτει, το παραμερίζει βίαια, το προσπερνάει και το διώχνει σαν να μην υπάρχει, σαν να μην γεννήθηκε ποτέ ... το μέλλον εκείνο που εκπορεύεται από κάποιο άλλο, φανταστικό ίσως, αλλά τόσο ζωντανό, τόσο επιθυμητό παρελθόν ... από το παρελθόν στο οποίο ο χρόνος έχει μιά μέρα λιγώτερη... που εκείνη η μέρα, η φοβερή δέκατη έβδομη μέρα εκείνου του Μάρτη που την κράτησα νεκρή στα χέρια μου έχει διαγραφεί από το ημερολόγιο... που δεν ήρθε ποτέ, ή που πέρασε με τόση ταχύτητα ώστε τα γεγονότα δεν πρόλαβαν να καταλήξουν... τόσο γρήγορα ώστε η ταινία της ζωής μου δεν πρόλαβε να ξετυλιχτεί... τόσο γρήγορα που ο θάνατος δεν πρόλαβε να μπεί στο πλάνο...

Κοιτάζω έξω απ' το παράθυρο και γίνομαι είκοσι χρόνια μεγαλύτερος... τα μαλλιά μου έχουν ασπίσει, νοιώθω τις ρυτίδες στο λαιμό μου, το δέρμα μου στεγνο... αισθάνομαι τα πόδια μου πιό αδύνατα... πόδια γέρου που δεν βαστούν καλά...

Και θυμάμαι ... θυμάμαι την Q... θυμάμαι όλα εκείνα που θέλαμε να κάνουμε και δεν προλάβαμε... θυμάμαι το γάμο μου μαζί της στο εκκλησάκι του Αγίου Στεφάνου... θυμάμαι το παπά που μας πάντρεψε, τον κουμπάρο με τα στέφανα, το ρύζι να κολλάει στο μέτωπό της... τους φίλους που μας χαιρετούσαν, νοιώθω τις αγκαλιές, τα φιλιά τους... νοιώθω το χέρι της Q ιδρωμένο μέσα στο δικό μου... νοιώθω το φιλί πριν μπούμε στο αυτοκίνητο...

Ακουμπώ διστακτικά το χέρι μου στη γυμνή της κοιλιά... "νοιώσε το, σε παρακαλώ" μου φωνάζει... είναι το πρώτο μας παιδί που παίρνει σχήμα μέσα της... κρατώ την κόρη μου απ' το χέρι, έχει την τσάντα του σχολείου κρεμασμένη στη μικρή της πλάτη, έχει μαύρα μαλλιά, ίσια και στιλπνά σαν τα δικά της... περπατάμε στο δρόμο που τώρα βλέπω μπροστά μου... είναι η πρώτη μέρα της στο σχολείο, το χεράκι της σφίγγει το δικό μου, το νοιώθω, νοιώθω το φόβο της... ανοίγω την πόρτα του σπιτιού μας, στο κατώφλι η κόρη μου και ένας νεαρός, χέρι-χέρι... διστακτικά με ρωτάει, με ένα μισοένοχο χαμόγελο να διαγράφεται στα χείλη της "να μπούμε... είπαμε να δούμε τηλεόραση"... η Q ακριβώς πίσω μου με αγγίζει, χαιδεύει τρυφερά την πλάτη μου....

Κοιτάζουμε το σπίτι στην εξοχή... η μέρα χειμωνιάτικη, μυρίζει βροχή και καμμένο ξύλο... κρατώ την Q απ' το χέρι... δεν κρατιέται απ τη χαρά της, ο μεσίτης μας κάνει νόημα να μπούμε... ο μεγάλος κήπος, τα δέντρα στην αυλή, το χαλίκι τρίζει κάτω από τα βήματά μας... όλα είναι εκεί, όπως τα είχαμε σχεδιάσει...

Κάθε φορά που στέκομαι μπροστά απ' το παράθυρο, θυμάμαι και άλλα γεγονότα από το μέλλον... όλα μαζί της, σε όλα αχώριστοι, ζω μαζί της χαρές, λύπες... ο θάνατος δεν ήρθε ποτέ σ' αυτό το μέλλον... εξοβελίστηκε μαζί με το παρελθόν, έσβυσε και αυτός μαζί με εκείνη τη μέρα... δεν κρατάει πολύ... μέχρι να ανάψουν οι φανοστάτες, μέχρι να ρίξουν το κίτρινο φώς τους στα απροσδιόριστα σχήματα, και αυτά να ξαναπάρουν τα χρώματά τους, μέχρι να ζωγραφιστεί ξεκάθαρο το περίγραμμα... άνδρες, γυναίκες, παιδιά, με αδιάβροχα πηγαινοέρχονται πιά μπροστά μου, βιαστικοί στο σούρουπο, να φθάσουν στο σπίτι τους, στην οικογένειά τους, στους αγαπημένους τους... και εγώ μόνος, ξανά μαζί με το φοβερό παρόν μου... τα μαλλιά μου είναι πάλι μαύρα, οι ρυτίδες έχουν φύγει... μόνο τα πόδια μου εξακολουθούν να τρέμουν... ίσως περισσότερο από πριν...

Γυρνώ και κοιτάζω το άδειο, σκοτεινό καθιστικό... δεν είναι εκεί... το μέλλον δεν άρχισε ακόμα, όχι σήμερα...

Δεν φαντάζομαι... όχι... ελπίζω πάντα ότι το μέλλον που θυμάμαι θα έρθει... όχι, δεν ελπίζω, είμαι βέβαιος... έτσι ζω, έτσι πορεύομαι, ατενίζοντας το βέβαιο μέλλον... και κάθε μέρα, μα κάθε μέρα ξέρω ότι αύριο, ίσως μεθαύριο, το μελλον που θυμάμαι θα αρχίσει να ξετυλίγεται... η ταινία της ζωής μου θα μπεί στη μηχανή του χρόνου... θα αρχίσει να προβάλλεται στην μεγάλη οθόνη... η πρωταγωνίστρια της ζωής μου θα είναι εκεί, πάντα γλυκειά, πάντα ωραία, πάντα επιθυμητή... θα μου κρατήσει το χέρι, θα με οδηγήσει ... στα μέρη και στα γεγονότα που θυμάμαι...

Είναι αναπόφευκτο να συμβεί, θα το ξαναζήσω.... αφού το θυμάμαι...

Παρασκευή, 26 Σεπτεμβρίου 2008

Ενα παιδί...

Εικόνα μία: Σερβοβόσνιος στρατιώτης, πέφτει χτυπημένος πισώπλατα... φωτογραφημένος από εμπρός, λίγο πριν ακουμπήσει στο χώμα, κοιτάζει το φακό... κύριο χαρακτηριστικό, η έκπληξη στα μάτια του... Πίσω του, το πέτρινο κτίριο... καπνοί βγαίνουν από τα καμένα παραθυρόφυλα... στη γωνία, πίσω, κάπου 20 μέτρα από τον χτυπημενο στρατιώτη, ο εκτελεστής του: Ακουμπισμένος και μισοκρυμμένος από την γωνία του κτιρίου, κρατάει ακόμα το περίστροφο με τα δυό του χέρια, λίγο χαμηλωμένο τώρα... βλέμα τρομαγμένο, κεφάλι μισογυρισμένο προς την κατεύθυνση της φυγής του... αδύνατος, σχεδόν εξαυλωμένος, μαλλιά μεχρι τους ώμους, μπλεγμένα, άπλυτα... αμπέχωνο λασπωμένο, πρόσωπο κάτασπρο...

...ηλικία: 12 χρονών....


Ταξειδεύαμε προς το αποκλεισμένο Potocari, με τζίπ του Ερυθρού Σταυρού φορτωμένο με ιατροφαρμακευτικό υλικό... δυό δημοσιογράφοι του Associated, δυό νοσοκόμοι του Ερυθρού Σταυρού, μιά γιατρός των Γιατρών Χωρίς Σύνορα, η Q, και εγώ, φωτογράφος του πρακτορείου... έξη άτομα στριμωγμένα ανάμεσα σε πακέττα φαρμάκων, κούτες με γάλατα, κάποια τρόφιμα.... Ζέστη αφόρητη, υγρασία, ο δρόμος έρημος, καμμένα σπίτια, καμμένα χωράφια, εικόνα καταστροφής... που και που κάποιοι πρόσφυγες, άλλοι σε αγροτικά φωρτωμένα με τα υπάρχοντά τους, άλλοι με κάρρα, έφευγαν προς τα εκεί που νόμιζαν ότι θα ήσαν ασφαλείς...

Ταξειδεύαμε ήδη σχεδόν τρεις ώρες, όταν φτάσαμε σε ένα μικρό χωριουδάκι, έρημο όπως όλα... ή έτσι νομίσαμε στην αρχή. Πήραμε τον κεντρικό δρόμο, δεξιά και αριστερά μας σπίτια, αποθήκες, καλύβια... όλα καμμένα πρόσφατα, από μερικά καπνοί έβγαιναν από τις μαύρες τρύπες που κάποτε ήσαν πόρτες, παράθυρα.... άνθρωπος κανένας, όλοι πρέπει να είχαν φύγει -έτσι νομίζαμε τότε... δεν ξέραμε...

Φτάσαμε στην είσοδο μιάς μικρής πλατείας... εκεί και σταματήσαμε, ένας σερβοβόσνιος στρατιώτης μας έκανε νόημα, είχε δει τα διακριτικά του Ερυθρού Σταυρού πάνω στο τζιπ. Πλησιάσε τον οδηγό, κοίταξε μέσα, όλους μας , ένα προς ένα... "Που πηγαίνετε;" ρώτησε. Ο οδηγός του απάντησε. "Θα πρέπει να περιμένετε" είπε εκείνος, "Υπάρχει σε εξέλιξη εκκαθαριστική επιχείρηση ανταρτών".... δεν χρειαζόταν να μας το πει, την βλέπαμε. Μιά διμοιρία σερβοβόσνιων στρατιωτών να έχει περικυκλώσει ένα μισοκαμμένο κτίριο.... κάποιοι προσπαθούσαν να μπουν από την κεντρική είσοδο, σκυμμένοι, με προσεκτικά, μετρημένα βήματα. Περιμέναμε, μέσα στο αυτοκίνητο γιά ένα περίπου πεντάλεπτο.... κάποια στιγμή, με την φωτογραφική στο χέρι, άνοιξα την πόρτα ... ο στρατιώτης έκανε να με σταματήσει, είδε τη φωτογραφική... "ΟΚ", είπε... δεν πρόλαβα να βγώ, και τρεις απανωτοί πυροβολισμοί ακούστηκαν μέσα από το σπίτι, στην συνέχεια μιά ριπή... μετά ησυχία...

Η Q είχε βγεί και αυτή, στεκόταν τώρα δίπλα μου... δύό στρατιώτες φάνηκαν στην είσοδο, κρατώντας από χέρια και πόδια το πτώμα ενός άντρα... και από πίσω τους, ένα παιδί... ήταν δεν ήταν δώδεκα χρονών, κάτισχνο, με ένα χακί αμπέχωνο, πρόσωπο βρώμικο, μαυρισμένο απ' την καπνιά της φωτιάς, μάτια μαύρα σαν κάρβουνα, μαλλιά μέχρι τους ώμους, σακκίδιο στην πλάτη... πίσω του ενας στρατιώτης, το οδηγούσε με κλωτσιές και σπρωξιές έξω από το κτίριο... μιά δυνατη σπρωξιά το έριξε κάτω... ο στρατιώτης το πλησίασε, το έπιασε απ' το λαιμό και το σήκωσε σαν να ήταν γατί... το έδειξε στους άλλους, είπε κάτι στα σέρβικα... γέλασε... Η Q γύρισε σε εμένα... "Ο μπάσταρδος μας πυροβολούσε με ένα παλιό τουφέκι", μου μετάφρασε.

Ο στρατιώτης έσπρωξε το παιδί προς τους άλλους, μάλλον το πέταξε προς αυτούς... άρχισαν να το χτυπούν, να το κλωτσούν, πήγαινε από εδώ και από εκεί, σαν μαριονέττα... το πρόσωπο συσπασμένο από τον πόνο, χωρίς δάκρυα όμως... λές και υπέφερε μιά προδιαγεγραμμένη διαδικάσία, κάτι που όφειλε, κάτι που το είχε ζυγίσει από πριν.... και τότε πήρε το μάτι μου την κίνηση, ήρεμη, σταθερή... ένας γίγαντας, κοντά δύο μέτρα, άνοιξε το σακκίδιό του και έβγαλε το "ραβδί"...

Είχα ακούσει ιστορίες γιά το σέρβικο "ραβδί"... δεν το είχα δει ποτέ μέχρι εκείνη τη μέρα... ένα κομμάτι σίδερο γύρω στο μισό μέτρο... κάτι σαν σωλήνας νερού, με μιά σχοινένια λαβή... με αυτό λιάνιζαν ένα προς ένα όλα τα κόκκαλα του κρατούμενου, σιγά, μεθοδικά... κτυπήματα σε κάθε κόκκαλο, σε κάθε κλείδωση, εκτός απ' το κεφάλι, εκτός από σημεία που προκαλούν άμεσο θάνατο... και μετά, τον άφηναν... ένα σακί κρέας πιά... να πεθάνει αργά, βασανιστικά....

Ο φρουρός μας είδε ότι είδα, ότι κατάλαβα.... "Μέσα" μου είπε αγγλικά, "πίσω στο τζίπ"... δεν ήθελε να δω, ούτε να φωτογραφήσω ότι θα γινόταν.... στράφηκα προς το τζίπ, το ίδιο και η Q... ο γίγαντας, κραδαίνοντας το "ραβδί" πήγαινε προς το παιδί...

Πριν προλάβω καλά καλά να γυρίσω την πλάτη μου στη σκηνή, ένας σερβοβόσνιος στρατιώτης πετάχτηκε, έτρεξε προς το παιδί, το άρπαξε στα χέρια του.... γύρισε προς τους άλλους, ο θυμός ξεχείλιζε από το πρόσωπό του, από τα μάτια του... άρχισε να τους φωνάζει στα Σέρβικα... όλα σταμάτησαν, σαν να πάγωσαν, σαν η ταινία της ζωής να σταμάτησε σ' αυτό το καρρέ.... "Τι λέει;" ρώτησα την Q... Αυτή, ψυθιριστά στην αρχή, και σχεδόν φωναχτά στη συνέχεις, μετάφραζε.. "Μα τί είμαστε, επι τέλους... εγκληματίες είμαστε... σκυλιά είμαστε, άγρια θηρία είμαστε;...ενα παιδί δώδεκα χρονών είναι.." Γύρισε προς το λοχία, φαίνεται τον ήξερε από πριν: "Εχεις δύό αγόρια... το ένα στην ηλικία του... τι θα τους πεις, πως το αντέχεις..." και πάλι " Τι είμαστε, γαμώτο;... τέρατα είμαστε;... τέρατα;"...

Επιασε το παιδί από τη μέση, το σήκωσε λες και δεν είχε βάρος, και κατευθύνθηκε προς το πίσω μέρος του κτιρίου... Ολοι είχαν παγώσει... ο γίγαντας με το ραβδί είχε σταματήσει, κοίταζε το στρατιώτη και το παιδί... όλοι ακίνητοι, παρακολουθούσαν, λες και η έκπληξη από την έκρηξη του στρατιώτη-σωτήρα να τους είχε καθηλώσει, λες και η πράξη, το μεγαλείο της, να ήταν αδιανόητο ...

Ολοι ακίνητοι, εκτός από εμένα. Σήκωσα τη μηχανή, σκόπευσα... πήρα καμμιά δεκαριά φωτογραφιές μέχρι το σύμπλεγμα να φτάσει στη γωνία του σπιτιού... Εκεί, κατέβασε το παιδί, αυτό στάθηκε στα πόδια του, κράτησε με το ένα χέρι το σακκίδιο, με το άλλο ίσιωσε τα μαλλιά του που έκρυβαν τα μάτια του... ¨Φύγε, φύγε" του είπε ο στρατιώτης... αυτό δίστασε, μιά στιγμή μονάχα, σαν να μην πίστευε, τον κοίταξε, σαν αγρίμι που το αφήνουν ελεύθερο και δεν το πιστεύει ...αυτός το έσπρωξε... "φύγε" του ξαναφώναξε, και αυτό χάθηκε πίσω απ' τη γωνία...

Ο στρατιώτης γύρισε, και άρχισε να έρχεται προς το μέρος μας.... δεν κατέβασα τη μηχανή, δεν ξέρω γιατί... τώρα, μετά από τόσο καιρό, νομίζω ότι τότε, εκεί, ένοιωσα οτι κάτι θα συνέβαινε... δεν ξέρω, αλλά δεν χαμήλωσα τη μηχανή....

Πρώτα είδα το στρατιώτη να παραπατάει... σαν κάτι να τον έσπρωξε από πίσω... μετά άκουσα τον πυροβολισμό... αυτός σκόνταψε, η εκφρασή του... απορία, γιατί, γιατί έλεγαν τα μάτια του... έκανε μισή στροφή και άρχισε να πέφτει... αποκάλυψε πίσω του το παιδί, στηριγμένο με τον ώμο στη γωνία, να κρατάει με τα δυό του χέρια ένα 38αρι περίστροφο, πρέπει να το είχε στο σακκίδιο... ο στρατιώτης χτυπημένος στην πλάτη, έπεσε... το παιδί έστριψε, και χάθηκε πίσω από τοπέτρινο κτίριο...


Δεν ξέρω τι απέγινε ο μικρός Βόσνιος... μας έβαλαν στο τζίπ και μας διέταξαν να φύγουμε... πριν ξεκινήσουμε ο φρουρός μας μου ζήτησε τη μηχανή... του την έδωσα... όχι αυτή, βέβαια που είχε τη φωτογραφία... παλιά καραβάνα, ήξερα.....

Είχα πιάσει την "μαγική στιγμή"... όχι μόνο του παιδιού, όχι μόνο του στρατιώτη, αλλά τη "μαγική στιγμή" του πολέμου στη Σερβία... όχι, των πολέμων γενικά... είχα πιάσει με τη μηχανή μου τη στιγμή της αλήθειας. Την στιγμή που δείχνει τον άνθρωπο-θηρίο... το παιδί-θηρίο, το άγριο ζώο που καταντά ο πόλεμος τον άνθρωπο, την απόλυτη φρίκη της μετατροπής, της μετάλλαξης, αποτυπωμένη σε μιά, μοναδική εικόνα....

ϊσως δείχνει και κάτι ακόμα... ίσως δείχνει και το μίσος στον ευεργέτη... αυτό το μίσος που γεννά σε όλους η υποχρέωση... λανθάνον σε εμάς, ενισχυμένο εκεί, στο μικρό Βόσνιο, από τη φρίκη του πολέμου... έχω και εγώ χτυπηθεί πισώπλατα, όχι από σφαίρα μόνο... έχετε και εσείς, έχει ο καθέναςμας, είμαι σίγουρος... και συνήθως άπό κάποιο φανταστικό εχθρό... από κάποιο που υπήρξε φίλος, από κάποιον που τον ακούσαμε προσεκτικά, από αυτόν που μας είπε τα σώψυχά του, που μας εξομολογήθηκε τον πόνο του... από κάποιον που τον βηθήσαμε σε δύσκολες στιγμές... που κάποτε μας είχε ανάγκη, και δεν το άντεξε...

Η φωτογραφία δεν είχε την τύχη που τις άξιζε... οι Σέρβοι ήσαν οι "κακοί" του πολέμου... η φωτογραφία δεν μπορούσε να πουλήσει... τα σέρβικα διακριτικά ήσαν στους ώμους του στρατιώτη που πέθαινε... κάποιοι μου ζήτησαν να τα "βγάλουν"... να δημοσιεύσουν τη φωτογραφία μόνο δείχνοντας τι γεννάει ο πόλεμος... έτσι, αφηρημένα... "την ίδια δύναμη θα έχει" μου είπαν.

Αρνήθηκα...

Σάββατο, 20 Σεπτεμβρίου 2008

Μιά αληθινή ιστορία σε φανταστικό περιτύλιγμα...

Αφιερωμένη σε όσους δεν πιστεύουν, σε όσους δεν ελπίζουν, σε όσους έχουν παραιτηθεί...
Αφιερωμένη σε όσους πιστεύουν στη μία, τη μοναδική, την δική τους αλήθεια...
Αφιερωμένο στη φίλη που θέλησε να βάλει "τον δάκτυλο επί των τύπων των ήλων"...


Πρόσωπο ηλιοκαμμένο, αδρό, λες και σκαμμένο στο βράχο από την βροχή και τα χρόνια. Μάτια γαλάζια, αυτό το ανοιχτό γαλάζιο, το ψυχρό... του ατσαλιού..., που σε κάνει να αναρωτιέσαι αν είναι αληθινό...

Τέλειωσε το ξεφύλισμα των φωτογραφιών, χωρίς βιασύνη, σαν να είχε όλους τους αιώνες μπροστά του. Σήκωσε τα μάτια του και με κοίταξε, δεν διάβασα τίποτα μέσα τους, ούτε επιδοκιμασία, ούτε απόρριψη.... περίμενα... όρθιος, απέναντί του, μέσα στο τεράστιο γραφείο, με την θάλασσα να διαγράφεται πίσω του, ίδιο χρώμα με τα μάτια του...

«Καταλαβαίνεις, ασφαλώς, οτι δεν είναι αυτό που σού ζήτησα», μου είπε... μάζεψε τις σκόρπιες φωτογραφίες, τις έβαλε πίσω στο γαλάζιο ντοσσιέ... αστείο, σκέφτηκα... και αυτό είχε το χρώμα των ματιών του... Περίμενε κάποια δευτερόλεπτα, ίσως την αντίδρασή μου... δεν είπα τίποτα...

«Κάθησε», μου είπε. Κάθησα....

«Πρέπει να καταλάβεις, οτι η υπομονή έχει και τα όριά της», είπε. «Το παρελθόν, οι επιτυχίες, ακόμα και ο θαυμασμός γιά την δημιουργική φωτογραφία, τά βραβεία..., όλα έχουν ημερομηνία λήξης». Δεν είπα τίποτε. Περίμενε 10 δευτερόλεπτα, και συνέχισε «Οι αρχές σου υποτάσσονται σε αυτές του πρακτορείου, και οι αρχές του πρακτορείου στο τι ζητούν τα media σήμερα. Γιά να το εκφράσω απλούστερα, δεν εχουμε δικές μας αρχές. Εκτιμούμε,διαλέγουμε με γνώμωνα τις αρχές των πελατών. Είναι η πολλοστή φορά που υποκύπτεις στις αρχές σου... και η υπομονή έχει τα όριά της», επανέλαβε...

Σηκώθηκα....

Σήκωσε νωχελικά το αριστερό χέρι, έπιασε το γαλάζιο ντοσσιέ και μου το έτεινε, έπρεπε να σκύψω, σχεδόν να υποκλιθώ γιά να το πάρω.

«Τις περιμένω αύριο» είπε, «Αυτές που πρέπει να είναι, αυτές που μπορούμε να πουλήσουμε». Χαμήλωσε τα μάτια, κοίταξε τα νύχια του αριστερού του χεριού, τα ξανασήκωσε, με κάρφωσε με ένα απίστευτα σκληρό βλέμμα, προκλητικό... «Αν δεν μπορείς, αύριο πήγαινε κατ’ ευθείαν στο λογιστήριο να εξοφληθείς» μου είπε, και συνέχισε, χωρίς να με κοιτάζει «Η υπομονή έχει όρια. Εχω δώσει ήδη οδηγίες»...


Βγήκα από το γραφείο νοιώθωντας το βλέμμα του στην πλάτη μου, σαν σουβλιά, σχεδόν ένοιωθα τον πόνο... η Μάρα σήκωσε τα μάτια από την οθόνη χωρίς να σταματήσει το γράψιμο, με κοίταξε... το είδα στα μάτια της... με συμπονούσε... ήξερε....

Γύρισα σπίτι, εξουθενωμένος, σαν να είχα τρέξει χιλιόμετρα... άδειος, απογοητευμένος... πέταξα το γαλάζιο ντοσσιέ στον καναπέ, κοίταζα τις φωτογραφίες μέσα στο ταξί σε όλη τη διαδρομή μέχρι το σπίτι... είχε δίκιο... από την πλευρά του, από την πλευρά του πρακτορείου, είχε δίκιο....

Αφησα την τσάντα μου στην πολυθρόνα, πέταξα το σακκάκι μου στη ράχη της καρέκλας, ξέσφιξα την γραββάτα, πήγα στο μπάρ... τα ποτήρια αραδιασμένα στο ράφι, σαν να με περίμεναν... γέμισα μέχρι τη μέση με Glendullan 12 χρόνων... το πρώτο που βρήκα... χαμογέλασα, τον άλλο μήνα θα έπρεπε να συμβιβαστώ με Jonnie Walker Red Label…. Το κατέβασα μονορούφι.... Το ξαναγέμισα, αυτή τη φορά έβαλα και πάγο... δεν βαριέσαι, αφού με πάγο μου αρέσει... το άφησα στο τραπεζάκι και έπεσα στην πολυθρόνα....

Είχε δίκιο... γαμώτο, είχε δίκιο.... οι αρχές μου, οι καταραμένες μου αρχές... είχε δίκιο... Αλλά πάλι... πόσο μπορεί να αντέξει κανείς... ποσες φορές μπορεί να προδίδει τα πιστεύω του, πόσες φορές μπορεί να δείχνει τα ψεύτικα... οι άλλοι μπορούν... γιατί όχι και εγώ, γαμώτο, γιατί όχι....

Σηκώθηκα, πήγα στο μπάρ, έφερα και το μπουκάλι στο τραπεζάκι, ξαναγέμισα το ποτήρι, χωρίς πάγο αυτή τη φορά...

Ιδιοκτησία τους είμαι... όλα δικά τους... loft, αυτοκίνητο, τα ακριβά μου ρούχα, οι φωτογραφικές μου μηχανές, τα λατρεμμένα μου ποτά, τα κοκτέιλς, οι διασκεδάσεις μου, τα μπαρ, τα ξενύχτια... τα ταξείδια, η περιπέτεια... όλα δικά τους... μέχρι και η Αλίσια, δικιά τους είναι... σιγά μην έμενε με έναν άφραγκο, με ένα looser… η ζωή μου δική τους είναι... αν έφευγα, δεν θα πήγαινα πουθενά, όλες οι πόρτες κλειστές, μιά μαφία είναι όλα τα πρακτορεία, τα νέα κυκλοφορούν, αδυσώπητα... μιά ζωή χαμένη, μιά λαμπερή καριέρα 10 χρόνων χαμένη, πεταμμένη στο καλάθι των αχρήστων, γιά τις ηλίθιες αρχές μου.... «τρελλάθηκε, χάζεψε», θα έλεγαν όλοι... «κάηκε», θα έλεγαν οι χαιρέκακοι φίλοι μου.... «στέρεψε»... εγώ... ο ασυμβίβαστος... μαλακίες...

Σηκώθηκα, σύρθηκα μέχρι το γραφείο, κάθισα... μάλλον σωριάστηκα στην καρέκλα, άνοιξα το PC… το logo του πρακτορείου ξεπήδησε μπροστά στα μάτια μου, χαρούμενο, προκλητικό.... σαν να μου έβγαζε τη γλώσσα.... άνοιξα το Photoshop... δεν πάει στο διάολο... θα διάλεγα αυτές που ήθελαν, αυτές που περίμεναν, τις ασήμαντες, τις συμβατικές... αυτές που δεν έδειχναν... αυτές που έκρυβαν... το «αστέρι» ξαναγεννιέται... θα έτριβαν τα μάτια τους το πρωί....

Σηκώθηκα, πήρα το μπουκάλι και το ποτήρι, τα έφερα στο γραφείο.... η έμπνευσή μου... ξανακάθησα... θα έπερναν ότι ήθελαν...

Αρχισα να διαλέγω... η μιά δίπλα στην άλλη... οι φωτογραφίες τους... όχι οι δικές μου, οι δικές τους... του πρακτορείου... παρατάσσονταν σαν στρατιωτάκια με απίστευτη ταχύτητα μπροστά μου... πόσο εύκολο ήταν... πόσο καλά τις ήξερα... μην σκέπτεσαι... διάλεγε... διάλεγε αυτές που θέλουν...

Τέλειωσα στις δύο το πρωί... μετά από σχεδόν 3 ώρες και ένα μπουκάλι Glendullan… τις ξαναείδα.... το ξεπούλημα της ψυχής μου... οι αλήθειες τους, τα πιστεύω τους με το φακό μου... με την υπογραφή μου... τα ψέμματά μου... η ντροπή μου...

Τύπωσα το album στον HP, το έδεσα σε ένα κατακόκκινο ντοσσιέ... το χρώμα της ντροπής, ταίριαζε... το πέταξα πάνω στον καναπέ, έπεσε επάνω από το γαλάζιο ντοσσιέ... σχεδόν το σκέπασε...

Επεσα με τα ρούχα στο κρεββάτι... ας μέ άφηνε ήσυχο σήμερα.... όχι σήμερα... ας με άφηνε να κοιμηθώ μέχρι το πρωί... να ξεχάσω... σε παρακαλώ, όχι σήμερα....



Δεν με άφησε... ήρθε πάλι... όπως κάθε φορά που τα σημαντικά μου βρίσκονταν σε κίνδυνο... όπως κάθε φορά που πάω να προδώσω αυτά που πιστεύαμε... αχνή, σχεδόν διάφανη... με εκείνο το χαμόγελο, μάλλον την ιδέα χαμόγελου.... την κοίταξα... θεέ μου, πόσο την είχα πεθυμήσει.... πως ζούσα τόσα χρόνια χωρίς αυτή... πως άντεξα... πως αντέχω...

Κάθησε στην άκρη του κρεββατιού, σταύρωσε τα χέρια... με κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που ρώταγε τά πάντα.... χαμογέλασε... με αυτό το χαμόγελο πριν μαλώσουμε τα παιδιά.... «Γιατί;» ψιθύρισε... «Γιατί;»

Την κοίταξα... μα αφού ήξερε... «Γιατί φοβάμαι», είπα σιγά... «γιατί είμαι μόνος, γιατί δεν είσαι εδώ, να μου δίνεις κουράγιο» είπα δυνατώτερα... σχεδόν θυμωμένα... σαν να έφταιγε αυτή... λες και έπεσε επίτηδες στις ρόδες του Honda εκείνο το απόγευμα... το φταίξιμο δικό σου, της έλεγα... γιατί με άφησες...γιατί δεν είσαι εδώ..... Δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια μου...

Με κοίταξε γλυκά, με το ερωτηματικό στα μάτια της να διαγράφεται εντονώτερα... δεν είπε τίποτα... δεν χρειαζόταν να πει τίποτα...

«Γιατί αυτοί ειναι ο κόσμος, ο πραγματικός κόσμος» ψυθίρισα, «γιατί τους έχω ανάγκη»... χαμήλωσα τα μάτια... «γιατί κουράστηκα να παλεύω», είπα ακόμα πιό σιγά... σήκωσα τα μάτια μου... την κοίταξα... θεέ μου πως άντεχα χωρίς αυτή... πήρα κουράγιο... «γιατί αυτοί είναι εκεί εξω, πραγματικοί, εσύ είσαι μέσα στο κεφάλι μου, στο μυαλό μου»... δεν υπάρχεις, σκέφτηκα... δεν τόλμησα να το πώ...

Χαμογέλασε ξεκάθαρα, σαν να μου έλεγε «μα τι λές... αφού ξέρεις»....

«Οχι» μου είπε σιγά, «Οχι»... «Ολα είναι μέσα σου... και εγώ, και αυτοί»...με κοίταξε γιά λίγο αμίλητη... «Μην αλλάξεις» μου είπε, παρακλητικά...

«Τι να κάνω;» τη ρώτησα... «πες μου τι να κάνω»....

«Μην αλλάξεις» μου είπε πάλι... «αλλαξε αυτούς, άλλαξέ τους... μπορείς»...

Εμεινε σιωπηλή, κοιτάζοντάς με με αυτή την ανείπωτη γλύκα, με εκείνο το βλέμμα που δεν μπόρεσα ποτέ να αντέξω... ο πόνος, ο αβάσταχτος πόνος με πλημμύρισε... πάλι...

«Οχι» μου είπε... «Οχι»... σαν να κατάλαβε... πάντα καταλάβαινε... «δεν υπάρχει τίποτα εδώ»... το είπε και πονούσε, το έβλεπα... χαμήλωσε τα μάτια.. «όλα είναι μέσα σου»... Σήκωσε σιγά το κεφάλι, με κοίταξε, χαμογέλασε... «αλλαξέ τους... μπορείς... και το ξέρεις... σε παρακαλώ, μην αλλάξεις εσύ... σε παρακαλώ»...

Σηκώθηκε... άπλωσα το χέρι να την αγγίξω... απομακρύνθηκε... χάθηκε σιγά σιγά μέσα στο σκοτάδι του δωματίου....



Ξύπνησα με ενα τρομακτικό πονοκέφαλο... κοίταξα το ρολόι.. 9 το πρωί, θα αργούσα... ε... και;... δε βαριέσαι...

Βγήκα στο μπαλκόνι... ο πραγματικός κόσμος, ο υπαρκτός.... με τύλιξε... η μυρωδιά της υγρασίας ανάκατη με τις εξατμίσεις των χιλιάδων αυτοκινήτων... ανάσανα βαθειά... αυτή είναι η αλήθεια, σκέφτηκα... η πικρή αλήθεια... αυτό δεν μπορεί να είναι μέσα μου, δεν είναι οπτασία, δεν είναι φάντασμα, είναι εκεί...πραγματικό... αδιαμφισβήτητο.... ο θόρυβος της πόλης, η βουή των αυτοκινήτων, τα ανθρωπάκια από κάτω μου... σαν στρατιωτάκια που πανε στο καθήκον, το καθημερινό καθήκον... όλα αυτά δεν αλλάζουν.... είναι εκεί... θα είναι εκεί, ίδια, σήμερα, αύριο, του χρόνου... πως να τα αλλάξω...

Γύρισα και μπήκα στο δωμάτιο... ήταν εκεί... γιά πρώτη φορά στο φως της ημέρας, εκεί... καθισμένη στον καναπέ...

Μου χαμογέλασε.. «Και όμως... μπορείς» μου είπε... «αλλαξέ τους»... και χάθηκε... απότομα αυτή τη φορά, πριν προλάβω να της πω τι ένοιωσα, πριν προλάβω να την κάνω να καταλάβει πως η πραγματικότητα δεν αλλάζει...


Εφτασα στο γραφείο με το κεφάλι μου να βουίζει... χαμένος στις σκέψεις... με τα δύο ντοσσιέ στην τσάντα μου... το κόκκινο της ντροπής πρώτο-πρώτο...

Στην είσοδο, ο σεκιουριτάς με αναγνώρισε... «Καλημέρα σας» μου είπε... δεν τον θυμώμουν, ήμουν ζαλισμένος.... μου άνοιξε την πόρτα... η receptionist μου χαμογέλασε, και με ύφος επιτημητικό μου είπε «Αργήσατε... σας περιμένει, πηγαίνετε κατ’ ευθείαν στο γραφείο του»...

"Η Μάρα έχει έρθει?" την ρώτησα προχωρόντας προς το ασσανσέρ... απόρησε... σαν να μην κατάλαβε...

Πήρα το ασσανσέρ... κατ’ ευθεία στο 8ο όροφο... μπήκα στον προθάλαμο... η Μάρα έλειπε... μεσα στο βουητό του κεφαλιού μου σκέφτηκα- θα την απέλυσε και αυτή!...

Χαμογέλασα.... κοντοστάθηκα πριν χτυπήσω την πόρτα... σαν να συνήλθα... σαν το μυαλό μου να ξεκαθάρισε... σαν η πραγματικότητα να γέμισε το είναι μου... σαν ένα κύμα ενέργειας να με πλημμύρισε.... σαν ολα τα φαντάσματά μου να χάθηκαν... ένοιωσα τον αέρα, το φρέσκο, δροσερό αεράκι που διέλυε την ομίχλη να χαιδέυει το πρόσωπό μου... ήξερα τι έπρεπε να κάνω....

Χτύπησα την πόρτα και μπήκα, χωρίς να περιμένω απάντηση...

«Καλώς τον» είπε, χωρίς να σηκώσει το κεφάλι από αυτό που διάβαζε.... πήγα και στάθηκα μπροστά του... άπλωσε το χέρι συνεχίζοντας να διαβάζει...ήξερα τι ζητούσε... άνοιξα την τσάντα μου και του έδωσα το ντοσσιέ....

Το έβαλε μπροστά του, πάνω από το έγγραφο που διάβαζε μέχρι πριν... το άνοιξε...

Το ξεφύλισε γρήγορα, χωρίς να κουνάει το κεφάλι... είδα σιγά σιγά ένα χαμόγελο ικανοποίησης να διαγράφεται στο πρόσωπό του, έτσι όπως ήταν σκυμμένος πάνω στο ντοσσιέ....

Τέλειωσε... το έκλεισε και συνέχισε να κοιτάζει το εξώφυλο...

«Μπράβο» είπε... «Επί τέλους... μιά φρεσκια ματιά στα τόσα χιλιοειπωμένα... Η δύναμη της αλήθειας... Μπράβο»... έπιασε το ντοσσιέ... μου το έδωσε...

Σήκωσε το κεφάλι και δυό κατάμαυρα, διαπεραστικά μάτια... σαν κάρβουνα, με φόντο τη γαλάζια θάλασσα πίσω του, μου χαμογελούσαν με ικανοποίηση....

«Μπράβο» μου ξαναείπε... «Πάντα πίστευα σε εσένα... πάντα κάτι παραπάνω από αυτό που σου ζητάνε... Θα τρίβουν τα μάτια τους... Δώστο γιά εκτύπωση... Μπράβο»...

Γύρισα, άνοιξα την πόρτα... στο γραφείο της Μάρας μιά κοπέλλα που δεν γνώριζα... της χαμογέλασα... "Τον κατέπληξες πάλι;" με ρώτησε... γοητευτικό χαμόγελο... ενικός...οικειότητα... ήξερα πως η Μάρα δεν θα ερχόταν πιά.... δεν θα την ξανάβλεπα...

Σταθηκα, άνοιξα την τσάντα μου πάνω στο γραφείο της, έβγαλα το κόκκινο ντοσσιέ και το πέταξα στο καλάθι των αχρήστων....

Βγήκα έξω... στον καινούργιο κόσμο μου...

 

blogger templates | Make Money Online